Τρία χιλιόμετρα βόρεια από το Πατητήρι, σε ένα στενό δρόμο που πέφτει απότομα προς τη θάλασσα, ξεπροβάλλει η Βότση: ένας μικρός αμφιθεατρικός οικισμός χτισμένος μόλις 16 μέτρα πάνω από τη στάθμη της θάλασσας, σε έναν από τους πιο γραφικούς όρμους της Αλοννήσου. Είναι μία από τις πιο ήσυχες ταυτόχρονα πιο πραγματικές γειτονιές του νησιού — ψαράδες βγάζουν βάρκες, οικογένειες τρώνε φρέσκο ψάρι, παιδιά βουτάνε από την προβλήτα.
Η ιστορία με δύο φάσεις
Η Βότση δεν είναι παλιός οικισμός, παρά την εικόνα της. Πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, εδώ υπήρχε μόνο ένας μικρός όρμος όπου ψαράδες από τη Χώρα (την τότε πρωτεύουσα του νησιού) κατέβαιναν να φέρνουν τα βάρκες τους. Ο οικισμός — με την έννοια των πρώτων μόνιμων σπιτιών — οργανώθηκε μετά τον πόλεμο, στη δεκαετία του 1940-1950.
Η δεύτερη φάση του ήρθε μετά τον σεισμό του 1965. Όταν κατέρρευσε η Παλιά Αλόννησος και όταν οι κάτοικοι χρειάστηκαν νέους τόπους εγκατάστασης, πολλοί επέλεξαν τη Βότση — όχι μόνο το Πατητήρι. Ο οικισμός μεγάλωσε, απέκτησε σπίτια με τυπικές παραδοσιακές αναλογίες αλλά σύγχρονη κατασκευή, και σταδιακά έγινε ένας από τους τρεις κύριους οικισμούς του νησιού.
Σήμερα έχει μόνιμους κατοίκους περίπου εκατό, αριθμός που πολλαπλασιάζεται τους καλοκαιρινούς μήνες.
Το όνομα — η ναυτική ιστορία
Γιατί «Βότση» και όχι κάτι ελληνικότερο; Η απάντηση είναι ιστορική.
Ο υποναύαρχος Νικόλαος Βότσης (1873–1931) ήταν Υδραίος αξιωματικός του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού. Κατά τη διάρκεια του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου, βυθίστε το τουρκικό θωρηκτό «Φεθί Μπουλέντ» στη Θεσσαλονίκη (31 Οκτωβρίου 1912) — μία από τις πιο σημαντικές ναυτικές ενέργειες της Ελλάδας εκείνης της εποχής, και από τις πιο θεαματικές στην ιστορία του ελληνικού στόλου.
Λίγα χρόνια αργότερα, το 1913, ο Βότσης πέρασε από την Αλόννησο κατά τη διάρκεια μιας επιχείρησης. Εντυπωσιασμένος από τη φυσική προστασία του όρμου, σημείωσε την τοποθεσία. Μετά τον θάνατό του, οι ντόπιοι ψαράδες που ήδη χρησιμοποιούσαν το μέρος ως καταφύγιο άρχισαν να το αποκαλούν «στου Βότση» — ο όρος εξελίχθηκε σε «Βότση».
Είναι μια από τις λίγες περιπτώσεις στην Ελλάδα όπου ένας ναυτικός ήρωας έδωσε το όνομά του σε οικισμό μέσα από λαϊκή χρήση, χωρίς επίσημη πράξη.
Η παραλία και ο όρμος
Ο όρμος της Βότσης είναι από τους πιο προστατευμένους της Αλοννήσου. Γύρω του πυκνό πεύκο, τα σπίτια κατεβαίνουν αμφιθεατρικά μέχρι το νερό, και στο κέντρο του λιμανίσκου δένουν οι τοπικές βάρκες και τα ψαρόβαρκα.
Τα χαρακτηριστικά της παραλίας:
- Μέγεθος: μικρή, περίπου 80 μέτρα μήκος.
- Επιφάνεια: άμμος ανακατεμένη με βότσαλο — η άμμος σε κάποια σημεία είναι καθαρή λεπτή, σε άλλα χοντρή με βότσαλο.
- Νερό: βαθύ σύντομα (περίπου 2 μέτρα σε 3-4 μέτρα από την ακτή), πολύ καθαρό, σταθερό γαλαζοπράσινο χρώμα.
- Σκιά: πολύ καλή από τα πεύκα που φτάνουν μέχρι την άμμο. Δεν χρειάζεσαι απαραίτητα ομπρέλα.
- Άνεμος: ο όρμος είναι νοτιανατολικός — προστατευμένος από τους βόρειους/δυτικούς ανέμους που κυριαρχούν τους καλοκαιρινούς μήνες.
Σημείωση: η παραλία δεν είναι οργανωμένη με την κλασική έννοια. Δεν υπάρχουν beach chairs οργανωμένες, ούτε beach bar με σέρβις στην άμμο. Τα μαγαζιά είναι πάνω στην προβλήτα — πηγαίνεις εκεί για νερό, καφέ, φαγητό.
Φαγητό — γιατί πολλοί έρχονται εδώ ειδικά
Η Βότση έχει χτίσει τα τελευταία χρόνια φήμη ως το πιο αξιόπιστο σημείο για φρέσκο ψάρι στο νησί. Οι λόγοι:
- Γειτνίαση με τα αλιευτικά. Οι ψαράδες βγάζουν βάρκες από τον ίδιο όρμο, και το ψάρι φτάνει στις ταβέρνες μέσα στην ίδια μέρα.
- Λίγες τοπικές ταβέρνες με σταθερή φήμη. Δεν υπάρχει ο ανταγωνισμός που βλέπεις στο Πατητήρι, οπότε η ποιότητα κρατιέται υψηλότερη με μικρότερη διαπραγμάτευση τιμών.
- Τοπικές σπεσιαλιτέ. Ο αλοννησιώτικος τόνος — που αλιεύεται στα νερά γύρω από το νησί, ιδίως την άνοιξη και το φθινόπωρο — παρασκευάζεται σχεδόν σε κάθε ταβέρνα με παραδοσιακές συνταγές: ψητός με λεμόνι και ρίγανη, γεμιστός, ή σε πίτα με ψωμί σπιτικό. Εξίσου βρίσκεις αστακούς, καραβίδες και γαρίδες που έρχονται απευθείας από το ψαρόβαρκο.
Πρακτική συμβουλή για τιμές: τα ψάρια φρέσκα πουλιούνται με το κιλό. Πριν παραγγείλεις, ζήτησε τη ζυγαριά και δες την τιμή ανά κιλό — συνήθως 45–65 € ανά κιλό για το φρέσκο ψάρι ποιότητας. Για δύο ανθρώπους, ψάρι 500–600 γραμμαρίων είναι ιδανική μερίδα.
Τι άλλο να δεις γύρω
Από τη Βότση ξεκινάνε δύο εύκολα μικρά περπατήματα:
- Βόρεια, προς τη Χρυσή Μηλιά: περίπου 15 λεπτά με τα πόδια σε μονοπάτι δίπλα από τη θάλασσα. Η Χρυσή Μηλιά είναι η μοναδική παραλία του νησιού με πραγματικά ψιλή άμμο — ιδανική για οικογένειες.
- Νότια, προς το Πατητήρι: 30–40 λεπτά με τα πόδια αν προτιμάς να επιστρέψεις περπατώντας, ή 5 λεπτά με αυτοκίνητο.
Επίσης, από το λιμανάκι της Βότσης αναχωρούν μερικά από τα ημερήσια σκάφη για περιηγήσεις γύρω από το πάρκο. Συχνά είναι λίγο φθηνότερα από τα αντίστοιχα του Πατητηρίου (περίπου 15–25 € το άτομο) και προτιμώνται από όσους μένουν στην ίδια περιοχή.
Πότε αξίζει
Η Βότση δουλεύει κυρίως από μέσα Μαΐου μέχρι τα μέσα Οκτωβρίου. Οι ιδανικές περιόδοι:
- Ιούνιο & Σεπτέμβριο — λιγότερος κόσμος, πλήρης λειτουργία των ταβερνών, ιδανική θερμοκρασία θάλασσας.
- Ιούλιο & Αύγουστο — υψηλή κίνηση, αλλά ακόμα πολύ πιο ήσυχη από το Πατητήρι. Η Βότση λειτουργεί ως «καταφύγιο» για όσους θέλουν να αποφύγουν τον κόσμο.
Μία καλή ιδέα για ταξιδιώτες που δεν έχουν αυτοκίνητο: πάρε το τοπικό λεωφορείο μετά τις 19:00, πήγαινε για μπάνιο μέχρι το ηλιοβασίλεμα, μείνε για φαγητό στην παραλία, γύρνα με το τελευταίο λεωφορείο ή με ταξί (περίπου 7–10 € από Πατητήρι). Είναι η πιο πραγματική γεύση της Αλοννήσου σε τρεις-τέσσερις ώρες.