Το Κάστρο στο βορειοδυτικό άκρο της Σκιάθου είναι ένας μεσαιωνικός οχυρωμένος οικισμός χτισμένος πάνω σε απότομο βράχο, που έγινε η πρωτεύουσα του νησιού από το 1360 μέχρι το 1829. Η θέση επιλέχθηκε επειδή ήταν αόρατη από τη θάλασσα και απλησίαστη από στεριά — οι Σκιαθίτες εγκατέλειψαν την παραλιακή τους πρωτεύουσα για να σωθούν από τους Τούρκους πειρατές που λυμαίνονταν το Αιγαίο στα μέσα του 14ου αιώνα. Σήμερα βλέπεις ερείπια από ένα πλήρες αστικό κέντρο — με 20 εκκλησίες και 500 σπίτια στο αποκορύφωμά του — πάνω σε έναν από τους πιο εντυπωσιακούς φυσικούς οχυρωματικούς βράχους της Ελλάδας.
Μια πόλη πάνω στον βράχο
Γύρω στο 1360, όταν οι τουρκικές πειρατικές επιδρομές στο Αιγαίο έγιναν ανυπόφορες, οι Σκιαθίτες άφησαν την παραλιακή τους πόλη (εκεί όπου βρίσκεται σήμερα η Χώρα) και ανέβηκαν στο βορειοδυτικό ακρωτήρι. Επιλέξανε έναν απότομο βράχο που πέφτει κάθετα στη θάλασσα 60-70 μέτρα, αόρατο από την ανοιχτή θάλασσα, με μια μόνη στενή στεριανή πρόσβαση. Από εκεί έχτισαν το Κάστρο — μια ολόκληρη μεσαιωνική πολιτεία με 20 εκκλησίες, 500 σπίτια, δικό του υδραγωγείο από στέρνες και σύστημα οχύρωσης.
Το Κάστρο παρέμεινε βυζαντινό μέχρι το 1453 και την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, οπότε πέρασε στους Ενετούς. Η ενετική διοίκηση ήταν σκληρή και οι κάτοικοι εξεγέρθηκαν το 1518. Όταν ο Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα πολιόρκησε το Κάστρο το 1538, οι Σκιαθίτες σκότωσαν τον Βενετό διοικητή Vicenzo Baffo και άνοιξαν τις πύλες στους Οθωμανούς — ελπίζοντας σε ήπια μεταχείριση. Από εκεί και μετά, μέχρι το 1829, το νησί ήταν υπό οθωμανική κυριαρχία, αλλά το Κάστρο παρέμεινε κατοικημένο και λειτουργικό.
Η μεγάλη μετακόμιση του 1829
Με την ελληνική ανεξαρτησία, η γεωγραφία άλλαξε. Οι πειρατές εξαφανίστηκαν, η θάλασσα ξαναέγινε φίλη και η οικονομία απαιτούσε εμπόριο και ναυτιλία. Το Κάστρο — πάνω σε δύσβατο βράχο, μακριά από τη θάλασσα — ήταν πλέον εμπόδιο, όχι καταφύγιο. Οι Σκιαθίτες πήραν τη γνωστή τους μεγάλη απόφαση: να κατεβούν όλοι, με τα υπάρχοντά τους, στη θέση του αρχαίου οικισμού στο λιμάνι.
Η μετακίνηση ήταν πραγματικά ολοκληρωτική. Οι κάτοικοι πήραν μαζί τους όχι μόνο έπιπλα και ρούχα, αλλά και κάθε δομικό υλικό που μπορούσαν να κουβαλήσουν: κουφώματα, πόρτες, παράθυρα, ξυλοκάρκαρα, ακόμα και κάποιες πέτρες. Γι’ αυτό όταν επισκέπτεσαι σήμερα τα ερείπια, βλέπεις σπίτια χωρίς σκεπές και χωρίς θύρες — όχι από την καταστροφή, αλλά επειδή οι ίδιοι οι κάτοικοι τα «αποδόμησαν» για να τα ξαναχρησιμοποιήσουν.
Τι θα δεις σήμερα
Η πρόσφατη αναστήλωση από το Υπουργείο Πολιτισμού (ολοκλήρωση 2024-2025) έχει αλλάξει τον χώρο. Νέα μονοπάτια, σκαλιά, πινακίδες ερμηνείας, ασφαλής πρόσβαση στα κύρια σημεία. Ανάμεσα στα ερείπια βρίσκεις:
- Την εκκλησία του Χριστού (17ος αι.), τη μοναδική πλήρως διατηρημένη, με αξιόλογες τοιχογραφίες
- Τον Άγιο Νικόλαο, δεύτερη κύρια εκκλησία
- Ερείπια τεσσάρων ακόμη εκκλησιών
- Οθωμανικό τζαμί από την τουρκοκρατία
- Παλιό κανόνι εποχής
- Στέρνες νερού και τμήματα τείχους
- Μικρή παραλία με βότσαλα κάτω από τον βράχο, προσβάσιμη μόνο με κολύμπι ή βάρκα
Πώς θα φτάσεις
Η πιο ρεαλιστική πρόσβαση είναι με καΐκι. Όλα τα εκδρομικά που κάνουν Λαλάρια-σπηλιές σταματούν κάτω από το Κάστρο για 30-40 λεπτά. Ανεβαίνεις 100 σκαλιά από τη μικρή παραλία και είσαι μέσα στα ερείπια. Είναι αρκετός χρόνος για μια σύντομη αλλά ουσιαστική επίσκεψη.
Η εναλλακτική είναι με 4x4 ή μηχανάκι σε χωματόδρομο περίπου 15 χλμ από τη Χώρα. Τα τελευταία 3 χλμ είναι δύσκολα και δεν προτείνονται σε κανονικό αμάξι. Υπάρχει και πεζοπορικό μονοπάτι από το Μοναστήρι του Ευαγγελισμού (μερικές ώρες περπάτημα), αλλά μόνο για έμπειρους πεζοπόρους με νερό και καπέλο.